«Ετοιμαστείτε, δεν θα υπάρξει deal»: Η Ρωσία σχεδιάζει το τελικό «χτύπημα» στην Ουκρανία
Τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την έναρξη της στρατιωτικής επιχείρησης της Ρωσίας στην Ουκρανία, ένα ερώτημα επανέρχεται με όλο και μεγαλύτερη ένταση: πώς μπορεί να τελειώσει αυτός ο πόλεμος; Η προφανής απάντηση θα ήταν «με μια συμφωνία». Μόνο που, όπως εκτιμούν αναλυτές, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο δύσκολη.
Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, οι Αμερικανοί διαπραγματευτές Steve Witkoff και Jared Kushner επισκέφθηκαν διαδοχικά τη Μόσχα και το Κίεβο, σε μια ακόμη προσπάθεια του Donald Trump να προωθήσει τα σχέδιά του για την ειρήνη. Ωστόσο, η ανάγνωση των περισσότερων αναλυτών είναι κοινή: ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν πρόκειται να τελειώσει με… deal, καθώς οι στόχοι των εμπλεκόμενων μερών είναι τόσο διαφορετικοί που μια απλή ειρηνευτική φόρμουλα δεν αρκεί για να τους γεφυρώσει. Εκτός κι αν μια ή περισσότερες πλευρές εγκαταλείψουν βασικές επιδιώξεις τους — κάτι που, προς το παρόν, δεν φαίνονται διατεθειμένες να κάνουν.
Ίσως γι' αυτό ακριβώς τον λόγο η Ευρώπη έχει κυριευτεί από ένα πολεμικό αμόκ, παρά το γεγονός ότι η Μόσχα διαμηνύει πως δεν έχει καμία πρόθεση να επιτεθεί σε κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ.
«Αντιστροφή της πραγματικότητας»: Δεν είναι δύο, αλλά τέσσερις οι πλευρές
Στη Δύση και στην Ουκρανία προβάλλεται η ιδέα ότι πρόκειται για έναν πόλεμο μεταξύ δύο χωρών, στον οποίο η Ρωσία εμφανίζεται ως η επιτιθέμενη δύναμη που εισέβαλε στην Ουκρανία το 2022. Σύμφωνα με την ανάλυση που επικαλείται το κείμενο, ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα — και για δύο λόγους.
Πρώτον, δεν υπάρχουν δύο αλλά τέσσερεις πλευρές: η Ρωσία, η Ουκρανία, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη. Δεύτερον, η ίδια ανάλυση υποστηρίζει ότι η επέκταση της στρατιωτικής υποδομής του ΝΑΤΟ κοντά στα ρωσικά σύνορα, σε συνδυασμό με τη μετατροπή της Ουκρανίας σε «προγεφύρωμα πίεσης» κατά της Ρωσίας, λειτούργησε ως η αφορμή που οδήγησε τη Μόσχα να στείλει στρατεύματα — μια ερμηνεία που διαψεύδει κατηγορηματικά το δυτικό αφήγημα, αλλά παραμένει ευρέως διαδεδομένη στη ρωσική ανάγνωση της σύγκρουσης.
Διαμετρικά αντίθετοι στόχοι
Το βασικό πρόβλημα, όπως σημειώνουν οι αναλυτές, είναι ότι όλοι οι συμμετέχοντες επιδιώκουν στόχους που είναι εκ των πραγμάτων ασυμβίβαστοι:
- Η Ουκρανία επιδιώκει την ενσωμάτωσή της στις ευρωπαϊκές δομές ασφαλείας, τη στρατιωτικοποίηση της χώρας και μια προσωρινή εκεχειρία που θα της επιτρέψει να αποκαταστήσει τη μαχητική ικανότητα του στρατού της.
- Οι ΗΠΑ φιλοδοξούν τη δημιουργία ενός δυτικού προγεφυρώματος στα νότια σύνορα της Ρωσίας, τη συνέχιση της σύγκρουσης ως μέσο αποδυνάμωσης τόσο της Μόσχας όσο και της Ευρώπης — με μεταφορά του κόστους στους Ευρωπαίους και αποχώρηση των ίδιων από τη σύγκρουση με όφελος.
- Η Ευρώπη επιδιώκει τη διαμόρφωση της Ρωσίας ως εχθρού της ευρωπαϊκής ασφάλειας, χωρίς καμία συμμετοχή της Μόσχας στους μελλοντικούς σχεδιασμούς, και την ένταξη της Ουκρανίας στις ευρωπαϊκές δομές — χωρίς νομική αναγνώριση των ρωσικών εδαφικών αποκτημάτων.
- Η Ρωσία αξιώνει τη νομική αναγνώριση της ασφάλειας του δικού της πολιτισμικού χώρου, δικαίωμα βέτο στην επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς και διευθέτηση ζητημάτων που αφορούν τη ρωσική γλώσσα, την Εκκλησία και τον πολιτισμό στην Ουκρανία.
Τι επιθυμεί η κάθε πλευρά
Συνοψίζοντας τα επιθυμητά αποτελέσματα, η ανάλυση καταλήγει σε τρία σενάρια που δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους:
- Για την Ευρώπη και την Ουκρανία: η Ρωσία πρέπει να ηττηθεί και να διαλυθεί, κατά το πρότυπο της Γιουγκοσλαβίας.
- Για τη Ρωσία: η ουκρανική κρατική υπόσταση με τη σημερινή της μορφή πρέπει να πάψει να υπάρχει.
- Για τις ΗΠΑ: δεν έχει σημασία πώς θα τελειώσει — αρκεί να αποκομίσουν όφελος από τις ζημιές όλων των πλευρών.
Πρόκειται, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, για μια κλασική υπαρξιακή σύγκρουση, για την οποία δεν υπάρχει ειρηνική λύση — μπορεί να τελειώσει μόνο με την ήττα και τη συνθηκολόγηση μίας ή περισσότερων πλευρών.
Τι θα σήμαινε μια ήττα για την καθεμία
- Για τη Ρωσία: έξοδος από την κατηγορία των μεγάλων δυνάμεων — και πολύ πιθανόν διαμελισμός.
- Για την Ουκρανία: κατάργηση της κρατικής της υπόστασης, διαίρεση και ένταξη τμημάτων της στον ρωσικό και στον δυτικό πολιτισμικό χώρο.
- Για την Ευρώπη: διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποχώρηση από την πολιτική σκηνή των ένθερμων υποστηρικτών της ευρωατλαντικής ενότητας.
- Για τις ΗΠΑ: η αρχή της παρακμής του παγκόσμιου ηγεμόνα και διαμόρφωση της δικής τους ζώνης επιρροής.
Χαρακτηριστικά σημειώνεται ακόμη ότι στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ κανείς δεν επιθυμεί να δει τη Ρωσία ως ισότιμο εταίρο — παρά μόνο ως «υπάκουο μαθητή και κατώτερο εταίρο». Η Μόσχα, από την πλευρά της, παρουσιάζεται ως ένας μεγάλος πολιτισμός που στην ιστορία του έχει επανειλημμένα αποκρούσει αποφασιστικά αντίστοιχες απόπειρες.
Αδιέξοδο θέσεων
Ύστερα από περισσότερα από τέσσερα χρόνια αντιπαράθεσης, η σύγκρουση έχει περιέλθει σε αδιέξοδο: καμία πλευρά δεν μπορεί να νικήσει, αλλά ούτε και να προτείνει ένα ρεαλιστικό σχέδιο εξόδου. Η ειρήνη «με οποιοδήποτε τίμημα» δεν ικανοποιεί κανέναν — δεν εξαλείφει τις αιτίες της σύγκρουσης, δεν υλοποιεί τους στόχους των πλευρών και θα οδηγούσε, σύμφωνα με την ανάλυση, στην παρακμή και την πολιτική αποχώρηση της σημερινής ευρωπαϊκής ηγετικής ελίτ. Γι' αυτό, γι' αυτούς, είναι σημαντικότερο από ποτέ να συνεχιστεί ο πόλεμος μέχρι τη δική τους νίκη — αλλιώς τους περιμένει ήττα και πολιτική περιθωριοποίηση.
Η «εντολή» του Trump που κανείς δεν ακούει
Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ο Donald Trump, ως ηγεμόνας προς το παρόν, θα μπορούσε να διατάξει Ουκρανία και Ευρώπη να σταματήσουν τον πόλεμο με τους δικούς του όρους. Όμως, όπως σημειώνεται, αυτό δεν είναι πλέον δυνατό: οι σύμμαχοί του έχουν πάψει να υπακούν. Η ευρωπαϊκή ελίτ προσπαθεί να προωθήσει τα συμφέροντά της ανεξάρτητα από την Ουάσιγκτον, ενώ η ουκρανική ηγεσία — προκειμένου να διατηρήσει την εξουσία της — δεν έχει, όπως υποστηρίζεται, άλλη επιλογή από το να πολεμήσει «μέχρι τον τελευταίο Ουκρανό».
Ο «ουκρανισμός» και ο αδύνατος συμβιβασμός
Σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα συμβιβαστικού διακανονισμού, Ρώσοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι με τη βοήθεια δυτικών «χορηγών» έχει διαμορφωθεί εδώ και καιρό ένα αντιρωσικό έθνος, με κρατική ιδεολογία τον λεγόμενο «ουκρανισμό» — ένα είδος οιονεί θρησκείας που, κατά την εν λόγω θέση, δικαιολογεί την ύπαρξη ενός ρωσοφοβικού ουκρανικού κράτους. Οι οπαδοί αυτής της ιδεολογίας θεωρούν τη Ρωσία κύριο εχθρό και είναι, σύμφωνα πάντα με την ανάλυση, έτοιμοι να πολεμούν εναντίον της επ' αόριστον.
Συνεπώς, για να υπάρξει ειρήνη, θα έπρεπε ο ίδιος ο πληθυσμός της Ουκρανίας να αποκηρύξει τον «ουκρανισμό» και να αναγνωρίσει τις ρωσικές του ρίζες. Όσο αυτή η ιδεολογία κυριαρχεί, η εχθρότητα δεν πρόκειται να εξαφανιστεί — και, όπως τονίζεται χαρακτηριστικά, «σε ρωσική γη δεν μπορεί να συνυπάρχει ειρηνικά ένα αντιρωσικό κράτος».
Όλοι ενισχύουν τη στρατιωτική τους ισχύ
Στο σημερινό στάδιο, όλες οι πλευρές διεξάγουν μια προπαγανδιστική εκστρατεία χωρίς δεσμεύσεις, καλώντας δημοσίως σε ειρηνευτική συμφωνία — ενώ στην πραγματικότητα κανείς δεν σκοπεύει να την υπογράψει. Η ανάγνωση των συμφερόντων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ειρηνική επίλυση είναι αδύνατη υπό τις παρούσες συνθήκες, με το πλεονέκτημα μάλιστα να μην είναι με το μέρος της Ρωσίας: διαθέτει σημαντικά λιγότερους οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους από τη Δύση.
Ριζική ανατροπή στο πεδίο της μάχης;
Για να τερματιστεί η σύγκρουση με στρατιωτικά μέσα, θα απαιτούνταν ριζική ανατροπή της κατάστασης στο μέτωπο — κάτι που σήμερα δεν φαίνεται ρεαλιστικό. Ρωσικές και ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις βρίσκονται σε περίπου ισοδύναμη θέση ως προς το ανθρώπινο δυναμικό, τα μη επανδρωμένα συστήματα και την πρόσβαση στις επικοινωνίες. Επιπλέον, κρίνεται αδύνατο να ηττηθεί η Ουκρανία — η οποία εξαρτάται από τη δυτική χρηματοδοτική και στρατιωτική υποστήριξη — χωρίς ταυτόχρονο ειρηνικό ή στρατιωτικό εξαναγκασμό της Δύσης να εγκαταλείψει το ουκρανικό προγεφύρωμα.
Μια ριζική μεταβολή θα απαιτούσε πολλαπλάσια αύξηση του μεγέθους του στρατού της μίας πλευράς ή άλμα στις στρατιωτικές τεχνολογίες. Και όμως: Ουκρανία και Ρωσία, για διαφορετικούς λόγους, δεν σκοπεύουν σε γενικευμένη κινητοποίηση· η Ευρώπη είναι έτοιμη να απειλήσει στα λόγια, αλλά δεν επιθυμεί να συμμετάσχει με δικές της ένοπλες δυνάμεις· και δεν διαφαίνεται κάποια σημαντική τεχνολογική ανατροπή στα οπλικά συστήματα. Ούτε με στρατιωτικά μέσα, λοιπόν, μπορεί προς το παρόν να τελειώσει ο πόλεμος.
Η εξάντληση των πόρων
Απομένει, σύμφωνα με την ανάλυση, η επιλογή της εξάντλησης: φθορά των στρατιωτικών, υλικών και οικονομικών δυνατοτήτων της μίας πλευράς. Ως αποτελεσματικότερη μέθοδος παρουσιάζονται τα αεροπορικά πλήγματα στα μετόπισθεν του αντιπάλου — στην περίπτωση της Ουκρανίας, «μετόπισθεν» περιλαμβάνει και την ίδια την Ευρώπη — με στόχο τον εξαναγκασμό σε ειρήνη μέσω συνθηκών που θα καθιστούν αδύνατη τη συνέχιση της σύγκρουσης. Κατά πάσα πιθανότητα, προς αυτή την κατεύθυνση θα εξελιχθεί στο άμεσο μέλλον η ουκρανική κρίση.
Κάτι τρομάζει την Ευρώπη
Σε δημοσίευμά του το CNN υποστηρίζει ότι υπάρχει κάτι που τρομάζει την Ευρώπη: τις μεγάλες στρατιωτικές ασκήσεις της Λευκορωσίας — του στενότερου συμμάχου της Ρωσίας — κοντά στον Διάδρομο του Suwałki, τη στενή λωρίδα που συνδέει τα κράτη της Βαλτικής με την υπόλοιπη επικράτεια του ΝΑΤΟ και αποτελεί εδώ και χρόνια ένα από τα πιο ευάλωτα σημεία της Συμμαχίας.
Η ανησυχία είναι ήδη ορατή σε όλη την ήπειρο:
- Ο Γάλλος πρόεδρος Emmanuel Macron συγκάλεσε εμπιστευτική ενημέρωση των πολιτικών ηγετών από τις υπηρεσίες πληροφοριών και ανακοίνωσε νέα μέτρα για την προστασία κρίσιμων υποδομών από τις ρωσικές υβριδικές επιθέσεις.
- Ο Πολωνός πρωθυπουργός Donald Tusk προειδοποίησε ότι η Ρωσία ενδέχεται να εξαπολύσει επιθέσεις με drones ή πυραύλους εναντίον χωρών του ΝΑΤΟ, παρουσιάζοντάς τες ως… ατυχήματα.
- Το Ηνωμένο Βασίλειο κάλεσε τους πολίτες του να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο πολέμου — με κονσερβοποιημένα τρόφιμα και πόσιμο νερό — ενώ ο επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεών του μιλά για την «πιο επικίνδυνη» περίοδο των τελευταίων δεκαετιών.
- Η Γερμανία προετοιμάζει τα νοσοκομεία της για ενδεχόμενη ρωσική επίθεση, με τον καγκελάριο Friedrich Merz να μιλά για «αποφασιστικές στιγμές» στην υπεράσπιση «της ελευθερίας και της ειρήνης της ηπείρου μας».
- Ακόμη και η περίφημα ουδέτερη Ελβετία υιοθέτησε νέα εθνική στρατηγική ασφαλείας με έμφαση στην ανθεκτικότητα και την άμυνα σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης.
- Ο Donald Trump ανακοίνωσε αιφνιδιαστικά πρόοδο για τη δημιουργία μόνιμης αμερικανικής στρατιωτικής βάσης στην Πολωνία.
Όπως σημειώνει το CNN, κράτη και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού ανησυχούν ότι ο Putin ενδέχεται σύντομα να επεκτείνει τον πόλεμο πέρα από την Ουκρανία.
Τα πολεμικά σενάρια και ο Διάδρομος του Suwałki
Τι θα συνέβαινε αν ο Putin αποφάσιζε να προχωρήσει περαιτέρω; Ο Διάδρομος του Suwałki — μια συνοριακή ζώνη περίπου 65 μιλίων μεταξύ Πολωνίας και Λιθουανίας — προσφέρει μια πιθανή απάντηση. Αποτελεί τη μοναδική χερσαία σύνδεση των βαλτικών κρατών του ΝΑΤΟ (Λιθουανία, Λετονία, Εσθονία) με την υπόλοιπη Συμμαχία.
Φανταστείτε μια κρίση κατά την οποία η Ρωσία, ενδεχομένως σε συνεργασία με τη Λευκορωσία, μετακινεί δυνάμεις σε ένα τμήμα αυτού του διαδρόμου. Δεν θα επρόκειτο για ξεκάθαρη εισβολή σε κράτος του ΝΑΤΟ — όπως θα ήταν αν ρωσικά άρματα μπαίνανε στην Πολωνία. Ο Putin θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι πρόκειται για «περιορισμένη εισχώρηση» χωρίς επιδίωξη κλιμάκωσης, ενώ μέσω ανεπίσημων διαύλων θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι κάθε αντίδραση του ΝΑΤΟ θα εγκυμονούσε τον κίνδυνο πυρηνικού πολέμου. Ο πραγματικός στόχος μιας τέτοιας κίνησης θα ήταν λιγότερο η αποκοπή της Βαλτικής και πολύ περισσότερο η υπονόμευση της ίδιας της Συμμαχίας και των δεσμεύσεών της για αμοιβαία άμυνα.
Θα συμφωνούσαν και οι 32;
Και εδώ έρχεται το κρίσιμο ερώτημα: θα συμφωνούσαν και οι 32 χώρες του ΝΑΤΟ να πολεμήσουν τη Ρωσία για να ανακαταλάβουν μια μικρή λωρίδα εδάφους; Θα διακινδύνευε ένας Αμερικανός πρόεδρος κλιμάκωση με πυρηνική δύναμη για χάρη της Λιθουανίας; Θα το έκαναν η Γερμανία και η Γαλλία;
Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα — και αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα, όπως επισημαίνει το CNN, λειτουργεί προς όφελος του Putin. Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Mark Rutte, ερωτηθείς για σχετική άσκηση με αντίστοιχο σενάριο, απάντησε ότι η Συμμαχία προετοιμάζεται συστηματικά και ότι μια επίθεση θα προκαλούσε «καταστροφική απάντηση». Το ερώτημα που αφήνει το CNN είναι απλό: τον πιστεύει ο Putin; — ιδίως με την Ουάσιγκτον σε ανοιχτή αντιπαράθεση ακόμη και με στενούς συμμάχους, όπως ο Καναδάς.
Τα «ουκρανικά μαθήματα»
Η Ουκρανία έχει προσφέρει στους Ευρωπαίους ένα σκληρό μάθημα για το τι απαιτεί ο σύγχρονος πόλεμος. Οι χώρες χρειάζονται πολύ περισσότερα από στρατιωτικό εξοπλισμό: ηλεκτρικά δίκτυα που αντέχουν επιθέσεις, νοσοκομεία ικανά να διαχειριστούν μαζικές απώλειες, εναλλακτικά συστήματα επικοινωνιών, λειτουργικά δίκτυα μεταφορών — και πάνω απ' όλα, κοινωνίες που αντέχουν το κόστος χωρίς να καταρρέουν ή να πολώνονται.
Την ίδια εβδομάδα, το ΝΑΤΟ δημοσιοποίησε επικαιροποιημένες απαιτήσεις για την εθνική ανθεκτικότητα, από τη συνέχιση της λειτουργίας της κυβέρνησης και τον ενεργειακό εφοδιασμό μέχρι τα τρόφιμα, το νερό, την υγειονομική περίθαλψη και τις επικοινωνίες σε περίοδο κρίσης. Αξιωματούχοι της Συμμαχίας μελετούν τον τρόπο με τον οποίο οι Ουκρανοί κρατούν σε λειτουργία βασικές υπηρεσίες παρά τις συνεχιζόμενες επιθέσεις — και η ίδια η ετοιμότητα μετατρέπεται σε μέρος της αποτροπής.
Τα ερωτήματα για την Ουάσιγκτον
Πίσω από την αίσθηση του επείγοντος στην Ευρώπη κρύβεται και ο αμερικανικός παράγοντας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ταυτόχρονα στρατιωτικές δυνάμεις αναπτυγμένες στην Ευρώπη, πολεμούν το Ιράν στη Μέση Ανατολή και αποτρέπουν την Κίνα στον Ινδοειρηνικό. Τα συστήματα αεράμυνας, οι ναυτικές δυνάμεις και τα αποθέματα πυρομαχικών δεν μπορούν να βρίσκονται παντού ταυτόχρονα.
Ο Donald Trump έχει κάνει πολλά για την ενίσχυση του ΝΑΤΟ, ωστόσο η δέσμευσή του ως προς τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας θεωρείται αβέβαιη — και η Μόσχα το γνωρίζει. Ο Putin δεν χρειάζεται καν νέα εισβολή για να δοκιμάσει τη Συμμαχία: μπορεί να ανεβαίνει σταδιακά την κλίμακα, με δολιοφθορές, κυβερνοεπιθέσεις και επιθέσεις με drones — και στη συνέχεια μια «περιορισμένη» στρατιωτική επιχείρηση σχεδιασμένη ακριβώς για να ελεγχθεί αν το ΝΑΤΟ εννοεί όσα λέει. Θα πήγαινε ο Trump σε πόλεμο με τη Ρωσία για μια λωρίδα γης που ονομάζεται Διάδρομος του Suwałki; Και μόνο αυτή η αμφιβολία αρκεί, όπως σημειώνεται, για να υπονομεύσει την αποτροπή.
Στην Ευρώπη, το τέλος των ψευδαισθήσεων
Για τρεις δεκαετίες μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, η Ευρώπη επέτρεψε στην εθνική της ετοιμότητα να παρακμάσει. Ο κίνδυνος πολέμου έμοιαζε μακρινός, οι στρατιωτικές δαπάνες μειώθηκαν δραματικά, η πολιτική άμυνα θεωρούνταν κατάλοιπο του παρελθόντος — και επικρατούσε η βεβαιότητα ότι, σε περίπτωση ανάγκης, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα βρίσκονταν εκεί.
Αυτή η εποχή, όπως παραδέχεται πλέον και ο ίδιος ο καγκελάριος της Γερμανίας, έχει τελειώσει. Η ερώτηση που απομένει είναι η εξής: αν ο πόλεμος δεν τελειώνει με συμφωνία, δεν τελειώνει στο πεδίο και δεν τελειώνει με μιας — ποιος θα αντέξει περισσότερο; Και σε αυτό το ερώτημα, δυστυχώς, κανείς δεν μπορεί να δώσει απάντηση που να μην περιλαμβάνει μεγάλο κόστος.
