Γιγαντόσωμοι Ντενίσοβαν βρέθηκαν στον βυθό – Οι θεωρίες που τους συνδέουν με τους βιβλικούς «Νεφελίμ»

Νέα έρευνα σε οστά Ντενίσοβαν από τον βυθό κοντά στην Ταϊβάν αποκαλύπτει το εντυπωσιακό σωματικό τους μέγεθος

Δύο ανθρώπινα οστά που ανασύρθηκαν από τον βυθό κοντά στην Ταϊβάν ανοίγουν ξανά ένα από τα πιο παράξενα κεφάλαια της ανθρώπινης προϊστορίας.

Τα ευρήματα αποδίδονται στους μυστηριώδεις Ντενίσοβαν, έναν εξαφανισμένο ανθρώπινο πληθυσμό για τον οποίο γνωρίζουμε εντυπωσιακά λίγα. Οι νέες αναλύσεις δείχνουν ότι ορισμένοι από αυτούς ίσως ήταν εξαιρετικά μεγαλόσωμοι, με έναν άνδρα να εκτιμάται ότι έφτανε περίπου το 1,90 μέτρο και τα 91 κιλά.

Και κάπου εδώ αρχίζει ένα μυστήριο που ξεπερνά τα ίδια τα απολιθώματα.

Οι άνθρωποι που γνωρίσαμε πρώτα από το DNA τους

Οι Ντενίσοβαν αποτελούν μία από τις πιο αινιγματικές ανθρώπινες ομάδες που έχουν ανακαλυφθεί. Για χρόνια γνωρίζαμε την ύπαρξή τους σχεδόν αποκλειστικά από γενετικό υλικό και ελάχιστα οστά.

Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα πώς έμοιαζαν, πόσο μεγάλοι ήταν οι πληθυσμοί τους ή πώς ήταν οργανωμένες οι κοινωνίες τους. Γνωρίζουμε όμως κάτι εντυπωσιακό: συνάντησαν Homo sapiens και διασταυρώθηκαν μαζί τους.

Μέρος του DNA τους εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα σε σύγχρονους ανθρώπινους πληθυσμούς.

Ένας Ντενίσοβαν σχεδόν δύο μέτρων

Τα δύο οστά, γνωστά ως Penghu 2 και Penghu 3, προέρχονται από το Penghu Channel και είχαν ανασυρθεί από τον βυθό πριν καταλήξουν σε συλλογές στην Ταϊβάν.

Με ανάλυση αρχαίων πρωτεϊνών, οι ερευνητές κατέληξαν ότι ανήκαν σε δύο διαφορετικούς άνδρες Ντενίσοβαν.

Ο Penghu 2 υπολογίζεται ότι είχε ύψος περίπου 1,80 μέτρα και βάρος γύρω στα 83 κιλά. Ο Penghu 3 φαίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακός: περίπου 1,90 μέτρα και 91 κιλά.

Για τα δεδομένα πολλών αρχαϊκών ανθρώπινων πληθυσμών της εποχής, τέτοιο σωματικό μέγεθος προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Οστά από έναν χαμένο κόσμο

Η κνήμη Penghu 3 χρονολογείται περίπου 45.000 χρόνια πριν, σε μια περίοδο κατά την οποία στην Ασία συνυπήρχαν διαφορετικές ανθρώπινες γενεαλογίες.

Ντενίσοβαν, Νεάντερταλ, Homo sapiens και πιθανώς άλλοι πληθυσμοί που ακόμη δεν έχουμε αναγνωρίσει πλήρως κινούνταν σε τεράστιες εκτάσεις της Ευρασίας.

Κάθε νέο εύρημα δείχνει ότι η προϊστορία του ανθρώπου ήταν πολύ πιο περίπλοκη απ’ όσο φανταζόμασταν.

Γιατί συνδέονται με τους «Νεφελίμ»

Το μεγάλο σωματικό μέγεθος των Ντενίσοβαν αναζωπύρωσε μια πολύ παλαιότερη και σαφώς πιο μυστηριώδη συζήτηση: θα μπορούσαν αρχαίες παραδόσεις για γιγαντόσωμους ανθρώπους να έχουν κάποια μακρινή βάση σε πραγματικούς πληθυσμούς;

Οι Νεφελίμ εμφανίζονται στη Βίβλο ως αινιγματικές μορφές και μέσα στους αιώνες συνδέθηκαν με παραδόσεις για ανθρώπους ασυνήθιστου μεγέθους και δύναμης.

Στο διαδίκτυο και σε κύκλους που ασχολούνται με αρχαία μυστήρια, η ανακάλυψη μεγαλόσωμων Ντενίσοβαν έχει οδηγήσει ορισμένους να αναρωτηθούν αν ιστορίες για «γίγαντες» θα μπορούσαν να διατηρούν μια εξαιρετικά μακρινή ανάμνηση εξαφανισμένων ανθρώπινων ομάδων.

Η επιστημονική έρευνα δεν συνδέει τους Ντενίσοβαν με τους βιβλικούς Νεφελίμ. Το ερώτημα, όμως, είναι αρκετό για να κρατήσει ζωντανό ένα από τα πιο γοητευτικά μυστήρια γύρω από το ανθρώπινο παρελθόν.

Τι άλλο μπορεί να βρίσκεται ακόμη κρυμμένο;

Το πιο συναρπαστικό ίσως δεν είναι το ύψος των δύο ανδρών, αλλά το πόσο λίγα γνωρίζουμε για έναν ανθρώπινο πληθυσμό που άφησε γενετικό αποτύπωμα μέσα μας.

Οι Ντενίσοβαν έζησαν σε διαφορετικά περιβάλλοντα της Ασίας, προσαρμόστηκαν σε ακραίες συνθήκες και διασταυρώθηκαν με τους προγόνους σύγχρονων ανθρώπων. Κι όμως, το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας τους παραμένει θαμμένο σε σπήλαια, παγωμένα υψίπεδα και ακόμη και στον βυθό της θάλασσας.

Τα δύο οστά από την Ταϊβάν δεν αποδεικνύουν ιστορίες για βιβλικούς γίγαντες. Αποκαλύπτουν όμως κάτι που ίσως είναι εξίσου εντυπωσιακό: ότι πριν από δεκάδες χιλιάδες χρόνια υπήρχαν ανθρώπινοι πληθυσμοί πολύ διαφορετικοί από εμάς, για τους οποίους μόλις τώρα αρχίζουμε να μαθαίνουμε.

Και όσο νέα οστά έρχονται στο φως, το ερώτημα γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρον: πόσες ακόμη άγνωστες σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας βρίσκονται ακόμη κρυμμένες;

Πηγές: Daily Mail, Smithsonian Magazine, bioRxiv, Science, John Hawks, IFLScience.