Η μάχη της ΕΛΔΥΚ στην Κύπρο: Οι 318 άνδρες που πολέμησαν μέχρι το τέλος απέναντι στον «Αττίλα»

Η μάχη της ΕΛΔΥΚ στην Κύπρο τον Αύγουστο του 1974

Τον Αύγουστο του 1974, σε ένα στρατόπεδο έξω από τη Λευκωσία, λίγες εκατοντάδες Έλληνες στρατιώτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια συντριπτικά ισχυρότερη τουρκική δύναμη. Για τρεις ημέρες, κάτω από ασταμάτητους βομβαρδισμούς, επιθέσεις αρμάτων και πυρά πυροβολικού, οι άνδρες της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου – ΕΛΔΥΚ κράτησαν τις θέσεις τους σε μία από τις σκληρότερες μάχες της τουρκικής εισβολής.

Η μάχη του στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ, από τις 14 έως τις 16 Αυγούστου 1974, δεν μπόρεσε να ανατρέψει την πορεία του πολέμου. Καθυστέρησε όμως την τουρκική προέλαση προς τη Λευκωσία και έμεινε στην ιστορία ως παράδειγμα αντίστασης, αυτοθυσίας και εγκατάλειψης μιας στρατιωτικής δύναμης που πολέμησε σχεδόν μόνη.

Τι ήταν η ΕΛΔΥΚ

Η ΕΛΔΥΚ συγκροτήθηκε στο πλαίσιο της Συνθήκης Συμμαχίας Ελλάδας, Τουρκίας και Κυπριακής Δημοκρατίας. Έφτασε επισήμως στην Κύπρο στις 16 Αυγούστου 1960 και εγκαταστάθηκε σε στρατόπεδο στον δρόμο Λευκωσίας–Γερόλακκου.

Η αρχική προβλεπόμενη δύναμή της ήταν 950 αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίτες, ενώ στην Κύπρο στάθμευε παράλληλα και η τουρκική δύναμη ΤΟΥΡΔΥΚ, με 650 άνδρες.

Δεκατέσσερα χρόνια αργότερα, το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ θα βρισκόταν ακριβώς πάνω στον κύριο άξονα της τουρκικής προέλασης προς την κυπριακή πρωτεύουσα.

Από τον «Αττίλα 1» στη δεύτερη επίθεση

Η ΕΛΔΥΚ είχε ήδη πολεμήσει από την πρώτη ημέρα της εισβολής, στις 20 Ιουλίου 1974. Το στρατόπεδό της βομβαρδίστηκε από τουρκικά αεροσκάφη, ενώ τμήματά της συμμετείχαν στις επιθέσεις εναντίον του τουρκοκυπριακού θύλακα του Κιόνελι και αργότερα σε άλλες επιχειρήσεις.

Μετά την προσωρινή κατάπαυση του πυρός, οι διαπραγματεύσεις της Γενεύης κατέρρευσαν. Τα ξημερώματα της 14ης Αυγούστου άρχισε ο «Αττίλας 2», με τον τουρκικό στρατό να εξαπολύει γενική επίθεση για την κατάληψη της Αμμοχώστου, της Μόρφου και μεγάλου τμήματος της βόρειας Κύπρου.

Το μεγαλύτερο μέρος της ΕΛΔΥΚ είχε μετακινηθεί σε χώρους διασποράς. Στο στρατόπεδο και στις γύρω θέσεις παρέμεινε ένα συγκρότημα περίπου 318 ανδρών, υπό τον αντισυνταγματάρχη Παναγιώτη Σταυρουλόπουλο.

Η πρώτη ημέρα: Ο ουρανός γέμισε αεροπλάνα

Το πρωί της 14ης Αυγούστου, τουρκικά αεροσκάφη άρχισαν να βομβαρδίζουν το στρατόπεδο, τα χαρακώματα και το γειτονικό ύψωμα «Β». Ακολούθησαν πυρά βαρέος πυροβολικού και επιθέσεις πεζικού.

Οι θέσεις των Ελλήνων είχαν μικρή κάλυψη, καθώς το στρατόπεδο βρισκόταν σε ανοιχτή και επίπεδη περιοχή. Τα κτίρια μετατράπηκαν γρήγορα σε ερείπια, οι επικοινωνίες διακόπτονταν και οι άνδρες αναγκάζονταν να μετακινούνται μέσα από καπνό, φωτιά και χώμα που σηκωνόταν από τις εκρήξεις.

Παρά την πίεση, οι πρώτες τουρκικές επιθέσεις αποκρούστηκαν. Οι αμυνόμενοι χρησιμοποιούσαν πολυβόλα, όλμους, αντιαρματικά όπλα και ατομικό οπλισμό, έχοντας περιορισμένα πυρομαχικά και χωρίς καμία αεροπορική κάλυψη.

Δεύτερη ημέρα: Το στρατόπεδο ισοπεδώνεται

Στις 15 Αυγούστου, ο βομβαρδισμός συνεχίστηκε σχεδόν αδιάκοπα. Τουρκικά αεροσκάφη και πυροβολικό χτυπούσαν τις ελληνικές θέσεις πριν από κάθε νέα επίθεση πεζικού και τεθωρακισμένων.

Οι μαχητές της ΕΛΔΥΚ είχαν αρχίσει να εξαντλούνται. Πολλοί ήταν τραυματισμένοι, η μεταφορά εφοδίων ήταν εξαιρετικά δύσκολη και τα περισσότερα κτίρια είχαν καταστραφεί. Παρ’ όλα αυτά, οι γραμμές άμυνας εξακολουθούσαν να κρατούν.

Σημαντική βοήθεια προσέφεραν ελληνικές και κυπριακές μονάδες πυροβολικού, οι οποίες έβαλλαν εναντίον των τουρκικών συγκεντρώσεων. Η υποστήριξη αυτή, όμως, δεν μπορούσε να αντισταθμίσει την τουρκική υπεροχή σε άνδρες, άρματα και αεροπορία.

Η τελευταία επίθεση

Στις 16 Αυγούστου εκδηλώθηκε η τελική τουρκική επίθεση. Άρματα μάχης κινήθηκαν προς το στρατόπεδο από διαφορετικές κατευθύνσεις, ενώ το πεζικό προσπάθησε να διασπάσει τις αποδεκατισμένες ελληνικές γραμμές.

Οι μάχες έφτασαν σε απόσταση λίγων μέτρων. Ανάμεσα στους άνδρες που έμειναν στις θέσεις τους ήταν ο λοχαγός Μηχανικού Σωτήρης Σταυριανάκος, ο οποίος σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των τουρκικών αρμάτων.

Όταν πλέον υπήρχε κίνδυνος ολοκληρωτικής περικύκλωσης, ο Σταυρουλόπουλος διέταξε απαγκίστρωση. Μικρές ομάδες παρέμειναν πίσω, καλύπτοντας την αποχώρηση των υπολοίπων. Αρκετοί από αυτούς σκοτώθηκαν ή καταγράφηκαν ως αγνοούμενοι.

Το στρατόπεδο καταλήφθηκε το μεσημέρι της 16ης Αυγούστου, αλλά οι υπερασπιστές του είχαν καθυστερήσει επί τρεις ημέρες μια δύναμη πολλαπλάσια σε αριθμό και οπλισμό.

Οι απώλειες και οι αγνοούμενοι

Οι ιστορικές πηγές δεν συμφωνούν απόλυτα για τον αριθμό των απωλειών της συγκεκριμένης μάχης. Πολλοί στρατιώτες καταγράφηκαν αρχικά ως αγνοούμενοι, ενώ τα λείψανα ορισμένων ταυτοποιήθηκαν δεκαετίες αργότερα.

Οι περισσότερες καταγραφές κάνουν λόγο για περίπου 80 έως 90 νεκρούς και αγνοουμένους από τους περίπου 318 υπερασπιστές, καθώς και για δεκάδες τραυματίες. Για το σύνολο των επιχειρήσεων της τουρκικής εισβολής, η ΕΛΔΥΚ κατέγραψε δεκάδες νεκρούς και αγνοουμένους.

Η μάχη που έμεινε στη μνήμη

Η μάχη της ΕΛΔΥΚ δεν ήταν μια σύγκρουση ίσων δυνάμεων. Οι Έλληνες στρατιώτες πολέμησαν χωρίς αεροπορική υποστήριξη, με περιορισμένα μέσα και χωρίς τις ενισχύσεις που απαιτούσε η κατάσταση.

Οι προσωπικές μαρτυρίες των επιζώντων περιγράφουν φόβο, σύγχυση και απόγνωση, αλλά και άνδρες που αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τραυματισμένους συναδέλφους τους ή έμειναν στα πολυβόλα για να καλύψουν την υποχώρηση.

Πενήντα και πλέον χρόνια μετά, η μάχη του στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ παραμένει μία από τις πιο συγκλονιστικές σελίδες της σύγχρονης ελληνικής και κυπριακής ιστορίας. Δεν ήταν μόνο μια μάχη για ένα στρατόπεδο. Ήταν η τελευταία γραμμή άμυνας ανθρώπων που γνώριζαν ότι δεν υπήρχε βοήθεια πίσω τους και παρ’ όλα αυτά έμειναν στις θέσεις τους.

Ιστορικές πηγές:

Πολεμικό Ημερολόγιο ΕΛΔΥΚ, 1974
Παναγιώτης Σταυρουλόπουλος, «Το χρονικό της μάχης της ΕΛΔΥΚ 14–16/8/1974»
Αρχείο Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου – «ΕΛΔΥΚ ’74»
Σύλλογος Βετεράνων ΕΛΔΥΚ 1974
Προφορικές μαρτυρίες στρατιωτών της ΕΛΔΥΚ