Η Ρωσία ενεργοποιεί casus belli για τα χτυπήματα στα τάνκερ της – Έρχονται σκληρά αντίποινα
Η Μόσχα φέρνει τη Δύση προ των ευθυνών της για τον «βρώμικο πόλεμο» σαμποτάζ στους ωκεανούς, με τις αποκαλύψεις για τις νάρκες του ΝΑΤΟ στην Αμβέρσα και τη βύθιση της «Μεγάλης Άρκτου» να ξεχειλίζουν το ποτήρι. Η FSB και το Κρεμλίνο ενεργοποιούν πλέον το απόλυτο Casus Belli, ξεκαθαρίζοντας ότι η υπομονή εξαντλήθηκε. Τα επερχόμενα ρωσικά αντίποινα απειλούν να μετατρέψουν τα στρατηγικά λιμάνια της Ευρώπης σε φλεγόμενες ζώνες ολοκληρωτικού πολέμου.
Στη Δύση αναγνωρίζεται πλέον ότι οι μυστικές υπηρεσίες χωρών του ΝΑΤΟ έχουν εξαπολύσει έναν πραγματικό πόλεμο εναντίον της Ρωσίας σε όλες τις θάλασσες και τους ωκεανούς. Ωστόσο, το Κρεμλίνο δείχνει να αποφεύγει να το αναγνωρίσει δημόσια. Ο Nikolai Patrushev, βοηθός του Ρώσου προέδρου και πρόεδρος του Ναυτικού Κολλεγίου της Ρωσίας, προχώρησε σε μια ιδιαίτερα σοβαρή δήλωση, η οποία ουσιαστικά έχει επίσημο χαρακτήρα. Σε πολλές χώρες μια τέτοια καταγγελία θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμη και αιτία πολέμου (casus belli).
Η καταγγελία Patrushev και οι νάρκες του ΝΑΤΟ
Ο Patrushev δήλωσε: «Δεν είναι μυστικό ότι εμπορικά πλοία, τα οποία έχουν μετατραπεί σε πλωτές βόμβες, καταπλέουν τακτικά στα λιμάνια μας. Εντοπίζουμε και εξουδετερώνουμε αυτούς τους εκρηκτικούς μηχανισμούς, όμως το γεγονός παραμένει. Παρεμπιπτόντως, υπάρχουν υποψίες ότι παρόμοιες νάρκες τοποθετούνται και σε ευρωπαϊκά λιμάνια».
Η αλήθεια είναι πως ο Nikolai Platonovich, στρατηγός του ρωσικού στρατού και πρώην επικεφαλής της FSB, επέδειξε μια δόση πολιτικής επιφυλακτικότητας. Γνωρίζει ασφαλώς ότι τα ευρωπαϊκά λιμάνια αποτελούν συχνά αφετηρία επιχειρήσεων εναντίον ρωσικών εμπορικών πλοίων. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, σε αυτές τις ενέργειες εμπλέκονται υπηρεσίες πληροφοριών διαφόρων χωρών-μελών του ΝΑΤΟ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το περιστατικό που λίγο έλειψε να οδηγήσει σε σοβαρή τραγωδία με το μεγάλο πλοίο μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου Arrhenius (μήκους 173,7 μέτρων, πλάτους 28,04 μέτρων και νεκρού βάρους 26.645 τόνων), το οποίο πλέει υπό τη σημαία της Λιβερίας. Κατά τη διάρκεια υποβρύχιας επιθεώρησης στο στρατηλικής σημασίας λιμάνι Ust-Luga της περιφέρειας Leningrad, όπου το πλοίο είχε καταπλεύσει από την Αμβέρσα στις 20 Μαΐου 2026, δύτες εντόπισαν δύο πλαστικές μαγνητικές νάρκες προσκολλημένες στο κύτος του.
Καθεμία περιείχε περίπου επτά κιλά ισχυρών εκρηκτικών. Οι μηχανισμοί απομακρύνθηκαν με εξαιρετικά αυστηρά μέτρα ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της άμεσης εκκένωσης του πληρώματος. Σύμφωνα με ειδικούς της FSB, οι εκρηκτικοί μηχανισμοί δεν ήταν αυτοσχέδιοι, αλλά εργοστασιακής κατασκευής. Επιπλέον, υποστήριξαν ότι είχαν κατασκευαστεί σε χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ. Οι ίδιοι απέκλεισαν το ενδεχόμενο οι νάρκες να τοποθετήθηκαν μετά την άφιξη του πλοίου στα ρωσικά χωρικά ύδατα ή στο λιμάνι του Ust-Luga.
Η έρευνα για το «Arrhenius» και η απεργία στην Αμβέρσα
Μετά το περιστατικό, στις 25 Μαΐου, η Ερευνητική Επιτροπή της Ρωσίας ανακοίνωσε την έναρξη ποινικής έρευνας για απόπειρα τρομοκρατικής ενέργειας και παράνομη διακίνηση εκρηκτικών υλών. Ο πλοίαρχος του «Arrhenius», Igor Loy, αποκάλυψε επίσης σειρά στοιχείων που, σύμφωνα με τον ίδιο, υποδηλώνουν ότι η ναρκοθέτηση του πλοίου οργανώθηκε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Βέλγιο. Κατά τους ισχυρισμούς του, στην επιχείρηση ενδέχεται να εμπλέκονταν όχι μόνο υπηρεσίες πληροφοριών, αλλά και λιμενικές αρχές της Αμβέρσας.
Όπως ανέφερε: «Εκτελούμε τακτικά δρομολόγια μεταξύ του Ust-Luga και της Αμβέρσας, μεταφέροντας αμμωνία σε δεξαμενές φορτίου. Στις 12 Μαΐου φτάσαμε στον σταθμό πλοήγησης Steenbank. Εκεί μας δόθηκε εντολή να παραμείνουμε αγκυροβολημένοι, καθώς, σύμφωνα με τον πράκτορα του λιμένα, το λιμάνι δεν ήταν έτοιμο να μας δεχθεί λόγω απεργιακών κινητοποιήσεων του προσωπικού. Παραμείναμε στο αγκυροβόλιο σχεδόν δύο ημέρες. Στη συνέχεια λάβαμε άδεια να εισέλθουμε στο λιμάνι της Αμβέρσας. Το πλοίο προσέδεσε κανονικά και ξεκίνησαν οι εργασίες φόρτωσης και εκφόρτωσης. Η διαδικασία διήρκεσε περίπου 25 ώρες και όλα εξελίχθηκαν χωρίς κανένα πρόβλημα. Αναχωρήσαμε το επόμενο πρωί».
Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν πράγματι πραγματοποιούνταν απεργία στο λιμάνι της Αμβέρσας εκείνες τις ημέρες ή αν επρόκειτο για πρόσχημα, ώστε το «Arrhenius» να παραμείνει αγκυροβολημένο στην ανοικτή θάλασσα επί αρκετό χρονικό διάστημα. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα ήταν πολύ ευκολότερο για υποβρύχιους σαμποτέρ να προσεγγίσουν κρυφά το πλοίο και να τοποθετήσουν εκρηκτικούς μηχανισμούς στο κύτος του.
Οι «ρομαντικοί του μαχαιριού και του τσεκουριού» και το προεδρικό διάταγμα
Φαίνεται απολύτως λογικό να υποθέσει κανείς ότι ορισμένοι «ρομαντικοί του μαχαιριού και του τσεκουριού» από τις υπηρεσίες πληροφοριών του ΝΑΤΟ και τις βελγικές λιμενικές αρχές, κοντά στον πιλοτικό σταθμό Steenbank στη Βαλτική Θάλασσα, ενεργούσαν συντονισμένα και βάσει ενός κοινού σχεδίου. Μπορεί όμως κανείς να φανταστεί ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβαίνει εν αγνοία των επίσημων Βρυξελλών; Ιδίως όταν, όπως είναι γνωστό, εκεί βρίσκεται και η έδρα του ΝΑΤΟ.
Όπως και να έχει, πριν από περίπου έναν μήνα το πλήρωμα του «Arrhenius» κατάφερε να αποφύγει μια μοίρα που, όπως φαίνεται, είχε προετοιμαστεί προσεκτικά γι’ αυτό. Αυτό κατέστη δυνατό χάρη στην υψηλή επιχειρησιακή ετοιμότητα και την επαγρύπνηση των Ρώσων δυτών στο Ust-Luga, αλλά και χάρη στο διάταγμα του Βλαντίμιρ Πούτιν του Ιουλίου 2025. Σύμφωνα με αυτό, κάθε είσοδος πλοίου σε ρωσικό λιμάνι απαιτεί πλέον προηγούμενη έγκριση της FSB και πραγματοποιείται μόνο μετά από υποβρύχια επιθεώρηση του κύτους από ναυτικά drones και δύτες.
Είναι δύσκολο να μην παρατηρήσει κανείς ότι το μέτρο αυτό θεσπίστηκε αμέσως μετά από μια σειρά σοβαρών περιστατικών που αφορούσαν ρωσικά πλοία σε διάφορες περιοχές του κόσμου. Πρώτο στη σειρά ήταν το ρωσικό φορτηγό πλοίο «Ursa Major» («Μεγάλη Άρκτος»), το οποίο βυθίστηκε στις 22 Δεκεμβρίου 2024, περίπου 60 ναυτικά μίλια ανοικτά των ισπανικών ακτών. Τρεις ξαφνικές εκρήξεις κάτω από την ίσαλο γραμμή, στον χώρο του μηχανοστασίου, προκάλεσαν τη βύθισή του.
Η βύθιση του «Ursa Major» και η «Μεγάλη Άρκτος»
Το πλοίο εξυπηρετούσε επί χρόνια τις ανάγκες του ρωσικού Υπουργείου Άμυνας στο πλαίσιο του λεγόμενου «Συριακού Εξπρές» και στις 11 Δεκεμβρίου είχε αναχωρήσει από την Αγία Πετρούπολη με προορισμό το Βλαδιβοστόκ, στο τελευταίο του ταξίδι. Επισήμως, το φορτίο του περιλάμβανε δύο τεράστια καλύμματα καταπακτών για το νέο πυρηνοκίνητο παγοθραυστικό κλάσης Lider, το οποίο ναυπηγείται στην Άπω Ανατολή. Μετέφερε επίσης 129 εμπορευματοκιβώτια και δύο βαρείς ερπυστριοφόρους γερανούς.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα του ξένου Τύπου, υπήρχαν και εικασίες σχετικά με τη φύση του πραγματικού φορτίου που μετέφερε η «Μεγάλη Άρκτος» προς τον Ειρηνικό Ωκεανό. Το πλήρωμα, υπό τον πλοίαρχο Igor Anisimov, διασώθηκε άμεσα από τις ισπανικές υπηρεσίες έρευνας και διάσωσης. Δύο μέλη του πληρώματος εξακολουθούν να αγνοούνται.
Ενάμιση μήνα αργότερα, στις 9 Φεβρουαρίου 2025, σημειώθηκε νέα έκρηξη στο ρωσικό δεξαμενόπλοιο Koala, το οποίο έπλεε υπό τη σημαία της Αντίγκουα και Μπαρμπούντα. Το περιστατικό συνέβη στο ίδιο λιμάνι, το Ust-Luga, ενώ το πλοίο βρισκόταν δεμένο στην προβλήτα. Το δεξαμενόπλοιο μετέφερε περίπου 130.000 τόνους πετρελαιοειδών και είχε φθάσει πρόσφατα στη Βαλτική από τη Σιγκαπούρη.
Είτε πρόκειται για σύμπτωση είτε όχι, ο αριθμός των εκρήξεων στο εσωτερικό του κύτους του Koala ήταν ακριβώς ο ίδιος με εκείνον της Ursa Major: τρεις. Το δεξαμενόπλοιο φαίνεται ότι γλίτωσε την ολοκληρωτική καταστροφή μόνο επειδή βρισκόταν αγκυροβολημένο σε ρηχά νερά. Μισοβυθισμένο, κατέληξε να ακουμπά στον βυθό δίπλα στην προβλήτα, ενώ το πλήρωμα απομακρύνθηκε με ασφάλεια μέσω της κανονικής εξόδου. Στη συνέχεια, το κατεστραμμένο πλοίο ρυμουλκήθηκε από το Ust-Luga στην Αγία Πετρούπολη, όπου υποβάλλεται σε εκτεταμένες επισκευές.
Ο πόλεμος των σαμποτάζ και η σιωπή του Κρεμλίνου
Ακολούθησε μια σειρά παρόμοιων περιστατικών. Στα τέλη Ιανουαρίου 2025, έκρηξη στη θάλασσα κοντά στο Ceyhan της Τουρκίας προκάλεσε ζημιές στο δεξαμενόπλοιο «Seacharm», χωρίς όμως να έχει καταστροφικές συνέπειες. Αν και επίσημα ανήκε στην ελληνική ναυτιλιακή εταιρεία Thenamaris, το πλοίο μετέφερε συστηματικά ρωσικό πετρέλαιο. Στις 14 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, στο ιταλικό λιμάνι της Savona, κατά τη διάρκεια εκφόρτωσης αργού πετρελαίου από το δεξαμενόπλοιο «Seajewel», υπό σημαία Μάλτας, το οποίο είχε καταπλεύσει από το Novorossiysk, ακούστηκαν «δύο ισχυροί κρότοι».
Το κύτος του πλοίου υπέστη ζημιές, ενώ η ιταλική εφημερίδα «Corriere della Sera» χαρακτήρισε την επόμενη ημέρα τους μυστηριώδεις αυτούς θορύβους ως εκρήξεις. Λίγες ημέρες αργότερα, νέα μυστηριώδης έκρηξη προκάλεσε ζημιές στο δεξαμενόπλοιο «Grace Ferrum» ανοικτά των ακτών της Λιβύης. Το πλοίο μετέφερε χημικά προϊόντα από τη Ρωσία και έπλεε υπό λιβεριανή σημαία.
Στις 27 Ιουνίου του προηγούμενου έτους, στην ίδια περιοχή της Μεσογείου και υπό παρόμοιες συνθήκες, το δεξαμενόπλοιο «Vilamoura», φορτωμένο στο Novorossiysk με ένα εκατομμύριο βαρέλια καζακικού πετρελαίου, είχε επίσης βρεθεί πολύ κοντά στην καταστροφή. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι μετά από όλα αυτά εξαντλήθηκε η υπομονή του Κρεμλίνου. Ωστόσο, δεν ακολούθησε κάποια δημόσια προσπάθεια άμεσου εντοπισμού ή απόδοσης ευθυνών στους φερόμενους ως δράστες και οργανωτές των επιθέσεων κατά της εμπορικής ναυτιλίας.
Αντίθετα, εκδόθηκε προεδρικό διάταγμα που προέβλεπε την ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας στα ρωσικά λιμάνια, συμπεριλαμβανομένων λεπτομερών υποβρύχιων επιθεωρήσεων των πλοίων από δύτες. Την εποπτεία και τον έλεγχο της εφαρμογής των μέτρων αυτών ανέλαβε η FSB.
Σημαντική επιτυχία και οι υποψίες Patrushev
Στην πραγματικότητα, αυτό ήταν πιθανότατα το μοναδικό στοιχείο που έσωσε το πλοίο μεταφοράς φυσικού αερίου μας, το «Arrhenius», από την καταστροφή στο Ust-Luga πριν από έναν μήνα, αφού κάποιος είχε τοποθετήσει εκρηκτικό μηχανισμό σε αυτό, πιθανότατα όσο βρισκόταν αγκυροβολημένο ανοιχτά των βελγικών ακτών. Και αυτό από μόνο του συνιστά σημαντική επιτυχία. Ωστόσο, ο πόλεμος παραμένει πόλεμος.
Και όλοι θα θέλαμε να γνωρίζουμε ποιος ακριβώς είναι αυτός ο εχθρός που εδώ και ενάμιση χρόνο επιδίδεται σε πράξεις πειρατείας εις βάρος της ρωσικής εμπορικής ναυτιλίας. Και, πέρα από τα καθαρά αμυντικά μέτρα, με ποιον τρόπο θα μπορούσαμε να τον αποτρέψουμε από τη συνέχιση αυτής της εγκληματικής πρακτικής; Ο Patrushev αφήνει προσεκτικά να εννοηθεί ότι «υπάρχουν υποψίες πως οι νάρκες τοποθετούνται σε ευρωπαϊκά λιμάνια». Ποιος θα μπορούσε να το αμφισβητήσει; Προφανώς και ναι.
Το ερώτημα όμως είναι: σε ποια ακριβώς λιμάνια και από ποιους; Η υπόθεση του «Arrhenius» δείχνει ξεκάθαρα προς μία από τις τοποθεσίες όπου σχεδιάζονταν και υλοποιούνταν συστηματικές, ιδιαίτερα εξελιγμένες επιχειρήσεις δολιοφθοράς του ΝΑΤΟ. Πρόκειται για την περιοχή της Αμβέρσας. Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν βρίσκεται μακριά από το σημείο όπου διέρχονταν, στον βυθό της Βαλτικής Θάλασσας, οι αγωγοί του ρωσικού φυσικού αερίου Nord Stream, οι οποίοι επίσης ανατινάχθηκαν από άγνωστους δράστες τον Σεπτέμβριο του 2022.
Σήμερα υπάρχουν τόσο πολλοί αντίπαλοι της Ρωσίας στη Δύση, ώστε είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ακόμη και η εθνικότητά τους. Ακόμη πιο χρήσιμο θα ήταν να γνωρίζαμε τα ονόματα των φυσικών και ηθικών αυτουργών αυτών των σαμποτάζ. Ωστόσο, τέτοιες λεπτομέρειες σπάνια γίνονται γνωστές στη σημερινή Μόσχα. Πρόσφατα, πάντως, εμφανίστηκε μια πρώτη ενδιαφέρουσα ένδειξη από τον ξένο Τύπο, η οποία ενδέχεται να φωτίσει μία από τις πιο χαρακτηριστικές επιθέσεις εναντίον της Ρωσίας στη θάλασσα: τη βύθιση του «Ursa Major» («Μεγάλη Άρκτος») στα ανοικτά των ισπανικών ακτών πριν από ενάμιση χρόνο.
Η αποκάλυψη του «Military Watch Magazine» και το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας
Στις 12 Μαΐου 2026, η διαδικτυακή έκδοση «Military Watch Magazine» δημοσίευσε ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό άρθρο με τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Σαμποτέρ του ΝΑΤΟ βύθισαν ρωσικό φορτηγό πλοίο για να διαταράξουν το πρόγραμμα πυρηνικών υποβρυχίων της Βόρειας Κορέας». Το δημοσίευμα δεν διευκρίνιζε υπό ποια σημαία ή από ποια χώρα πραγματοποιήθηκε η επιχείρηση δολιοφθοράς. Ωστόσο, η απάντηση δεν είναι δύσκολο να υποτεθεί.
Σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό, ο καπετάνιος του πλοίου, Igor Anisimov, ο οποίος διασώθηκε από τις ισπανικές αρχές, ανακρίθηκε αμέσως μετά τη διάσωσή του από υπηρεσίες πληροφοριών. Κατά τους ισχυρισμούς του δημοσιεύματος, αποκάλυψε ότι το πλοίο μετέφερε προς την Άπω Ανατολή πολύ περισσότερα από όσα αναφέρονταν στα επίσημα ναυτιλιακά έγγραφα. Επικαλούμενο πληροφορίες του CNN, το «Military Watch» υποστηρίζει ότι ο Anisimov φέρεται να δήλωσε στους Ισπανούς ερευνητές πως το «Ursa Major» μετέφερε στα αμπάρια του «εξαρτήματα για δύο μικρούς πυρηνικούς αντιδραστήρες, παρόμοιους με εκείνους που χρησιμοποιούνται σε υποβρύχια».
Επιπλέον, σύμφωνα πάντα με το CNN, ο Ρώσος καπετάνιος φέρεται να ανέφερε ότι διέθετε πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες το μυστηριώδες φορτίο, αφού έφθανε στο Vladivostok, επρόκειτο στη συνέχεια να μεταφερθεί στο βορειοκορεατικό λιμάνι Ρασόν. Αν ισχύει αυτό, τότε προκύπτει ότι ο τελικός παραλήπτης του σημαντικού φορτίου του Ursa Major ήταν οι ναυπηγοί του Kim Jong Un, οι οποίοι εκείνη την περίοδο ολοκλήρωναν την κατασκευή του πρώτου πυρηνοκίνητου υποβρυχίου βαλλιστικών πυραύλων για το Ναυτικό της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κορέας, με εκτόπισμα εν καταδύσει περίπου 8.700 τόνων.
Πρόκειται για το ίδιο υποβρύχιο του οποίου φωτογραφίες, τραβηγμένες μέσα σε αυστηρά φυλασσόμενο ναυπηγείο και ενώ το σκάφος βρισκόταν σχεδόν στο τελικό στάδιο ολοκλήρωσής του, δημοσίευσε το Κεντρικό Πρακτορείο Ειδήσεων της Κορέας στις 25 Δεκεμβρίου 2025, κατά την προσωπική επιθεώρησή του από τον Kim Jong Un.
Οι εκτιμήσεις και το αμερικανικό ενδιαφέρον
Υπό αυτό το πρίσμα, οι εκτιμήσεις του CNN και του Military Watch σχετικά με το κύριο φορτίο του «Ursa Major» και τον τελικό προορισμό του φαίνονται αρκετά συνεκτικές και πειστικές. Αξίζει να σημειωθεί ότι εδώ και χρόνια η Δύση υποστηρίζει πως η Βόρεια Κορέα δύσκολα θα μπορούσε να αναπτύξει τέτοιας κλίμακας ναυπηγικά προγράμματα χωρίς τη βοήθεια της Ρωσίας ή της Κίνας. Ενδεικτικά, το «The War Zone» θεωρεί εδώ και καιρό ότι πίσω από το πρόγραμμα αυτό βρίσκεται η ρωσική υποστήριξη.
Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η ικανότητα της Βόρειας Κορέας να κατασκευάσει μόνη της ένα πυρηνικό υποβρύχιο είναι αμφίβολη. Ωστόσο, οι ολοένα στενότερες σχέσεις της με τη Ρωσία μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία θα μπορούσαν να προσφέρουν στην Πιονγιάνγκ την απαραίτητη τεχνολογία και τεχνογνωσία για να επιτύχει αυτόν τον στόχο.»
Με αφορμή τη στρατιωτική υποστήριξη που παρέχει η Βόρεια Κορέα στη Ρωσία στον πόλεμο στην Ουκρανία, το «The War Zone» έχει ήδη διατυπώσει το ενδεχόμενο ανταποδοτικής βοήθειας από τη Μόσχα. Σύμφωνα με το περιοδικό, η συνεργασία αυτή θα μπορούσε να αφορά πυρηνικές τεχνολογίες και προηγμένα πυραυλικά συστήματα, ενώ δεν αποκλείεται να περιλαμβάνει και συνδρομή στην κατασκευή νέων υποβρυχίων.
Ας θέσουμε τώρα ένα απλό ερώτημα: ποια χώρα θα ανησυχούσε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη για την απόκτηση πυρηνοκίνητων υποβρυχίων βαλλιστικών πυραύλων από τον Kim Jong Un; Η απάντηση είναι προφανής: οι Ηνωμένες Πολιτείες. Μέχρι σήμερα, ο Ειρηνικός Ωκεανός λειτουργεί ως φυσικό γεωγραφικό φράγμα ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Βόρεια Κορέα. Εάν όμως η Pyongyang αποκτούσε τέτοια μέσα στρατηγικής αποτροπής, το συγκεκριμένο γεωγραφικό πλεονέκτημα θα περιοριζόταν σημαντικά.
Από αυτή τη σκοπιά προκύπτει το εξής συμπέρασμα: κανείς δεν θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον από τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποτρέψει την παράδοση των «εξαρτημάτων για δύο μικρούς πυρηνικούς αντιδραστήρες» στη Βόρεια Κορέα. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, η βύθιση του ρωσικού πλοίου θα μπορούσε να αποδοθεί σε αμερικανική εμπλοκή ή ακόμη και σε ενέργεια που πραγματοποιήθηκε κατ’ εντολή των ΗΠΑ.
Το περιοδικό «Military Watch» φαίνεται να κινείται προς παρόμοια κατεύθυνση, αν και οι αναφορές του στην πιθανή εμπλοκή δυτικών μυστικών υπηρεσιών διατυπώνονται με έμμεσο τρόπο. Όπως σημειώνει: «Τέτοιου είδους επιχειρήσεις δεν είναι πρωτοφανείς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη κατασχέσει ρωσικά, ιρανικά, βενεζουελάνικα και βορειοκορεατικά πλοία, καθώς και τα φορτία τους. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κατά της εμπορικής ναυτιλίας επικεντρώνονται κυρίως σε ρωσικά πλοία, ενώ οι αμερικανικές δραστηριότητες εκτείνονται στο δυτικό ημισφαίριο, τον Ινδικό Ωκεανό και άλλες περιοχές.»
Δεδομένου ότι οι απόψεις αυτές προέρχονται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, θα μπορούσε κανείς να τις εκλάβει σχεδόν ως έμμεση παραδοχή εκ μέρους των υπερατλαντικών υπερασπιστών του περιβόητου «πνεύματος του Anchorage». Δεν είναι έτσι; Και ο ισχυρισμός της ίδιας πηγής ότι «οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κατά της εμπορικής ναυτιλίας επικεντρώνονται στην καταστροφή ρωσικών πλοίων» δεν μοιάζει άραγε με έμμεση υπόδειξη προς όσους ερευνούν την υπόθεση σχετικά με τους πιθανούς συνεργούς; Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι κάποια στιγμή θα μάθουμε περισσότερα και για άλλες επιχειρήσεις δολιοφθοράς εναντίον ρωσικών εμπορικών πλοίων. Αν όμως τέτοιες ενέργειες δεν συνιστούν casus belli για τη Ρωσία απέναντι στο ΝΑΤΟ, τότε τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοιο;
📢 Ακολουθήστε το Hellas-now στο Telegram για να βλέπετε τις καλύτερες δημοσιεύσεις