Το ιερό νησί της Δήλου: Γιατί απαγορεύθηκε να γεννιέται και να πεθαίνει κάποιος επάνω σε αυτό;

Το ιερό νησί της Δήλου και τα αρχαία μνημεία

Μοναδικό σε ολόκληρο τον κόσμο είναι το νησί της Δήλου, αποτελώντας τον μεγαλύτερο φυσικό νησιωτικό αρχαιολογικό χώρο στον πλανήτη. Σε κανένα άλλο νησί δεν φιλοξενούνται τόσα πολλά μνημεία αρχαϊκών, κλασικών και ελληνιστικών χρόνων συγκεντρωμένα, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο έχει ανακηρυχθεί Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Το μικρό αυτό, άγονο και ολοφώτεινο κομμάτι γης (με μέγιστο μήκος 6 χλμ. και μέγιστο πλάτος 1,3 χλμ.) βρίσκεται σχεδόν στο γεωγραφικό κέντρο των Κυκλάδων, μόλις 6 μίλια μακριά από την κοσμοπολίτικη Μύκονο. Σήμερα, ο παράλιος ομώνυμος οικισμός έχει μόλις 14 κατοίκους —όλοι τους υπάλληλοι της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας— και υπάγεται διοικητικά στον Δήμο Μυκόνου. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο νησί απαγορεύεται αυστηρά η παραμονή επισκεπτών μετά τη δύση του Ήλιου.

Γύρω από τη Δήλο αιωρούνται επί αιώνες μεγάλα ιστορικά και θρησκευτικά ερωτήματα: Γιατί ο Πέρσης βασιλιάς Δαρείος απαγόρευσε στον ναύαρχό του Δάτη να εισβάλει στη Δήλο; Γιατί ορίστηκε η απόλυτη απαγόρευση να γεννιέται ή να πεθαίνει κανείς επάνω στο νησί; Τι σημαίνει άραγε ο όρος «δήλοι» και τι αναφέρει γι’ αυτόν η Παλιά Διαθήκη; Πώς οι ανασκαφές απέδειξαν ότι πριν από τον Απόλλωνα κυριαρχούσε η λατρεία της Άρτεμης;

Η Γεωγραφία του Ιερού Χώρου

Το ψηλότερο σημείο της Δήλου είναι ο λόφος Κύνθος (ύψους 112 μέτρων), το ιερό όρος στα ανατολικά της στενής πεδιάδας, όπου εκτεινόταν η αρχαία πόλη και το μεγαλοπρεπές ιερό του Απόλλωνα. Άλλοι μικρότεροι λόφοι ορίζουν την πεδιάδα από τα βόρεια και τα νότια. Οι ακτές του νησιού, έντονα διαβρωμένες από τη θάλασσα και γι' αυτό αφιλόξενες, διαθέτουν δύο μικρά λιμάνια στη δυτική πλευρά: το αρχαίο λιμάνι, στο οποίο αποβιβάζονται και σήμερα οι επισκέπτες, και τους Φούρνους. Υπάρχουν ακόμα δύο μικροί όρμοι, η Γούρνα στα βορειοανατολικά και ο Σκαρδανάς στα βορειοδυτικά.

Ένας μικρός χείμαρρος, ο Ινωπός, που ξεκινά από τη δυτική άκρη του Κύνθου, σχηματίζει ένα έλος, το οποίο στην αρχαιότητα αποτελούσε την περίφημη «Ιερά Λίμνη» της Δήλου. Αν και η σημερινή βλάστηση είναι αραιή και αποτελείται κυρίως από χαμηλούς θάμνους, αρχαίες επιγραφές μαρτυρούν πως κατά την αρχαιότητα το νησί ήταν κατάφυτο από ελιές, συκιές, αμπέλια, κήπους, ενώ μέσα στο τέμενος υπήρχε ολόκληρο άλσος. Σήμερα, στον χώρο του ιερού ορθώνεται μόνο ένας φοίνικας, τον οποίο φύτεψαν οι αρχαιολόγοι κατά τις ανασκαφές του 19ου αιώνα, σε ανάμνηση του μυθικού φοίνικα της Λητούς.

Από την Προϊστορία στην Επικράτηση του Απόλλωνα

Η στρατηγική και ασφαλής θέση της Δήλου, ως ιδανικού σταθμού για όσους ταξίδευαν μεταξύ Μικράς Ασίας, Χίου, Σάμου και της ηπειρωτικής Ελλάδας, προσέλκυσε κατοίκους ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως ναυτικός σταθμός και αργότερα ως μόνιμη εγκατάσταση ψαράδων, ναυτικών αλλά και πειρατών. Οι πρώτοι κάτοικοι, φοβούμενοι τις επιδρομές, εγκαταστάθηκαν ψηλά στον Κύνθο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Θουκυδίδη, ο πρώτος αυτός οικισμός (περίπου δώδεκα καλύβες) ιδρύθηκε από ναυτικούς από τη Μικρά Ασία, πιθανότατα Κάρες.

Μέχρι τον 14o αιώνα π.Χ. η Δήλος παρέμενε άσημη, καθώς το άγονο έδαφός της δεν ευνοούσε την ανάπτυξη μεγάλου οικισμού. Από την εποχή αυτή όμως ξεκίνησε η εγκατάσταση πληθυσμού κοντά στην παραλία, και στη θέση του κατοπινού ιερού οικοδομήθηκαν τα πρώτα λατρευτικά κτίρια. Οι ανασκαφές έδειξαν ότι πριν λατρευτεί ο Απόλλωνας, η Δήλος ήταν τόπος λατρείας της Άρτεμης. Το γεγονός αυτό μαρτυρά μια σαφή συνέχεια στη λατρεία μιας μεγάλης προελληνικής γυναικείας θεότητας της γονιμότητας, η οποία περιθωριοποιήθηκε με την επικράτηση του απολλώνιου φωτός. Στοιχεία επιβίωσης αυτής της παλιάς γυναικείας λατρείας αποτελούν η βαθιά τιμή προς τη Λητώ, καθώς και η λατρεία των Υπερβόρειων Παρθένων, τις οποίες η μετέπειτα ελληνική μυθολογία υποβίβασε σε ιέρειες της Άρτεμης.

Η εικόνα του νησιού άλλαξε ριζικά στις αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ. με την εξάπλωση των Ιώνων στο Αιγαίο. Μαζί τους μεταφέρθηκε από τη Μικρά Ασία η λατρεία του Απόλλωνα, η μορφή του οποίου κυριάρχησε απόλυτα, μεταβάλλοντας τη Δήλο σε θρησκευτικό κέντρο παγκόσμιας εμβέλειας. Έκφραση αυτής της θρησκευτικής μετάβασης και των συγκρούσεων για την επικράτησή της αποτελεί ο περίφημος μύθος της γέννησης του θεού.

Ο Μύθος της Γέννησης και το Χρυσό Φως

Σύμφωνα με τον ομηρικό Ύμνο στον Απόλλωνα (περίπου 700 π.Χ.), η Δήλος ήταν αρχικά ένα αδέσμευτο νησί που πλανιόταν ελεύθερα στα κύματα. Όταν η Λητώ, κυνηγημένη από τη ζηλότυπη Ήρα και κυριευμένη από τους πόνους του τοκετού, έψαχνε απεγνωσμένα έναν τόπο να γεννήσει, όλοι την έδιωχναν από φόβο. Μόνο η Δήλος τη δέχτηκε. Σε αντάλλαγμα, η Λητώ υποσχέθηκε ότι ο μεγάλος θεός που θα γεννιόταν δεν θα περιφρονούσε ποτέ την άγονη γη του νησιού και θα έχτιζε εκεί τον ναό του.

Μόλις η Λητώ, με τη βοήθεια της θεάς του τοκετού Ειλειθυίας και την παρουσία όλων των θεών (εκτός της Ήρας), έφερε στον κόσμο τον Απόλλωνα, το νησί σταθεροποιήθηκε στον βυθό, τα πάντα πλημμύρισαν από ένα εκτυφλωτικό χρυσό φως και ο άγονος τόπος γέμισε λουλούδια. Άλλες εκδοχές αναφέρουν ότι ο ίδιος ο Δίας παρακολουθούσε τη γέννηση από την κορυφή του Κύνθου, ενώ τα πρώτα δώρα στον Φοίβο έφτασαν από την ευδαιμονική και μυστηριώδη χώρα των Υπερβορείων, όπου ο Απόλλωνας επέστρεφε κατά τους χειμερινούς μήνες.

Διαβάστε επίσης: Γιατί οι ξένοι μας αποκαλούν Greeks και όχι Έλληνες; Από πού προέρχεται

Η Ιδιαιτερότητα της Δηλιακής Λατρείας

Η λατρεία του Απόλλωνα στη Δήλο, «του γνησιότερου δημιουργήματος του ελληνικού πνεύματος» κατά τον Βιλαμόβιτς, είχε έναν χαρακτήρα εντελώς διαφορετικό από εκείνον των Δελφών. Αν και στα δύο ιερά ο Απόλλωνας ήταν ο θεός της μουσικής και του φωτός, στη Δήλο η λατρεία του ήταν γεμάτη χαρά, γιορτές, χορούς και ύμνους που υμνούσαν τη γέννηση και τη ζωή. Αντίθετα, στους Δελφούς ο θεός ήταν αυστηρός, επέβαλλε δοκιμασίες και φανέρωνε τη θέληση του Δία μέσα από χρησμούς. Παρότι στη Δήλο αναφέρεται η ύπαρξη μαντείου, η πλευρά αυτή δεν αναπτύχθηκε ιδιαίτερα.

Με την πάροδο του χρόνου, οι Ίωνες του Αιγαίου και των παραλίων της Μικράς Ασίας συγκεντρώνονταν κάθε χρόνο στο νησί για τα «Δήλια», τις λαμπρές γιορτές προς τιμήν του θεού, μετατρέποντας τη Δήλο σε έναν κορυφαίο οικονομικό και θρησκευτικό κόμβο.

Το Ενδιαφέρον των Αθηναίων και οι δύο «Καθάρσεις»

Η στρατηγική σημασία του νησιού προκάλεσε γρήγορα το έντονο ενδιαφέρον της Αθήνας. Από την εποχή του τυράννου Πεισίστρατου (6ος αι. π.Χ.), οι Αθηναίοι προσπάθησαν να συνδέσουν τις δικές τους παραδόσεις με το ιερό νησί (π.χ. ότι οι Υπερβόρειες Παρθένες πέρασαν πρώτα από τις Πρασιές της Αττικής). Οι Αθηναίοι παραμέρισαν τη Νάξο, η οποία είχε τα πρωτεία του ιερού μέχρι τότε, και επέβαλαν την κυριαρχία τους, η οποία διήρκεσε με διαλείμματα μέχρι το 314 π.Χ.

Η φήμη και η ιερότητα του νησιού ήταν τόσο απαραβίαστη, ώστε κατά τους Μηδικούς Πολέμους, ο Πέρσης βασιλιάς Δαρείος διέταξε ρητά τον ναύαρχό του Δάτη να μην εισβάλει και να μην πειράξει τη Δήλο. Το 476 π.Χ., με την ίδρυση της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας, η Δήλος ορίστηκε ως η επίσημη έδρα των συνελεύσεων και του κοινού ταμείου των πόλεων, όπου συγκεντρώνονταν οι φόροι των συμμάχων, μέχρι τη μεταφορά του στην Ακρόπολη της Αθήνας το 454 π.Χ.

Η Απόλυτη Απαγόρευση: Γιατί δεν επιτρεπόταν η Γέννηση και ο Θάνατος;

Το 426-425 π.Χ. οι Αθηναίοι προχώρησαν στη δεύτερη και οριστική «κάθαρση» της Δήλου (η πρώτη, μερική κάθαρση είχε γίνει από τον Πεισίστρατο το 540 π.Χ.). Άνοιξαν όλους τους τάφους του νησιού και μετέφεραν τα οστά και τα κτερίσματα στη γειτονική Ρήνεια, σε έναν κοινό λάκκο (βόθρο καθάρσεως).

Τότε θεσπίστηκε ο αυστηρός ιερός νόμος: Απαγορευόταν ρητά να γεννηθεί ή να πεθάνει οποιοσδήποτε επάνω στο νησί της Δήλου. Ο λόγος ήταν θρησκευτικός: ο Απόλλωνας, ως ο απόλυτος θεός του φωτός και της ζωής, μισούσε τον θάνατο και τη φθορά. Η διαδικασία της γέννησης (λόγω των λοχείων) αλλά και η διαδικασία του θανάτου θεωρούνταν ότι «μιαίνουν» (μολύνουν πνευματικά) τον ιερό χώρο του τεμένους. Έτσι, οι ετοιμοθάνατοι και οι έγκυες γυναίκες μεταφέρονταν εσπευσμένα απέναντι, στο νησί της Ρήνειας, ώστε η Δήλος να παραμένει αμόλυντη.

Μετά την περίοδο της Αθηναϊκής κυριαρχίας, ακολούθησε η περίοδος της Δηλιακής Ανεξαρτησίας (314–166 π.Χ.), κατά την οποία το ιερό κατακλύστηκε από μεγαλοπρεπή κτίρια, αναθήματα και δωρεές από ηγεμόνες ολόκληρου του ελληνιστικού κόσμου, με την περιουσία να τελεί υπό τη διαχείριση των «Ιεροποιών». Το 166 π.Χ. οι Ρωμαίοι παρέδωσαν ξανά τη Δήλο στους Αθηναίους, οι οποίοι εξεδίωξαν τους ντόπιους. Για να πλήξουν εμπορικά τη Ρόδο, οι Ρωμαίοι ανακήρυξαν τη Δήλο «ελεύθερο λιμάνι», μετατρέποντάς τη σε ένα κοσμοπολίτικο κέντρο όπου εγκαταστάθηκαν έμποροι από κάθε γωνιά της Μεσογείου, φέρνοντας μαζί και τις δικές τους λατρείες.

Η παρακμή ήρθε απότομα μετά από δύο καταστροφικές επιθέσεις: το 88 π.Χ. από τον Μιθριδάτη και το 69 π.Χ. από τους πειρατές του Αθηνόδωρου. Η ζωή στο νησί άρχισε να σβήνει, ο οικισμός περιορίστηκε δραματικά και στα τέλη του 5ου αιώνα μ.Χ. η Δήλος εγκαταλείφθηκε εντελώς, χρησιμεύοντας για αιώνες μόνο ως βοσκότοπος, πριν την ανακαλύψουν ξανά οι περιηγητές της Αναγέννησης.

Τι Αποκάλυψε η Αρχαιολογική Σκαπάνη

Οι συστηματικές ανασκαφές, που ξεκίνησαν το 1873 από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, έφεραν στο φως μια ολόκληρη νεκρή πόλη, προσφέροντας μια συγκλονιστική εικόνα της καθημερινής ζωής στην αρχαιότητα. Τα ερείπια, οι λιθόστρωτοι δρόμοι, οι ιδιωτικές κατοικίες με τις εσωτερικές αυλές και τα περίφημα ψηφιδωτά τους, παραμένουν στην αρχική τους θέση.

Το Ιερό του Απόλλωνα και τα μεγάλα δημόσια κτίρια κυριαρχούν στη βορειοδυτική πλευρά. Αμέσως μετά το αρχαίο λιμάνι, ο επισκέπτης συναντά τα μνημειώδη Προπύλαια (2ος αι. π.Χ.), την Αγορά των Κομπεταλιαστών (Ιταλών εμπόρων), τον εμβληματικό Οίκο των Ναξίων (560 π.Χ.) και το καλοδιατηρημένο Κτίριο Γ. Η Ιερά Οδός οδηγεί στους τρεις ναούς του Απόλλωνα, γύρω από τους οποίους είναι χτισμένοι σε ημικύκλιο πέντε «Θησαυροί» (ένας αρχαϊκός και τέσσερις κλασικοί).

Οι Ιεροί Τάφοι και τα Μνημεία του Νησιού

  • Η Θήκη (Τάφος της Όπιδας και της Άργης): Βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του ιερού, μπροστά από τη Στοά του βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονου (τέλη 3ου αι. π.Χ.). Πρόκειται για τον τάφο των δύο Υπερβόρειων Παρθένων που, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν παρούσες στη γέννηση του Απόλλωνα.
  • Το Σήμα: Στη δυτική πλευρά του τεμένους βρίσκεται ο τάφος των άλλων δύο Υπερβόρειων Παρθένων, της Λαοδίκης και της Υπερύμης.
  • Το Αρτεμίσιο: Ο ναός της Άρτεμης (7ος αι. π.Χ.) χτίστηκε επάνω σε έναν χώρο που ήταν αποδεδειγμένα λατρευτικός ήδη από τη 2η χιλιετία π.Χ., όπως επιβεβαιώνουν τα πλούσια μυκηναϊκά αναθηματικά ευρήματα.
  • Η Λεωφόρος των Λεόντων: Βόρεια του ιερού της Λητούς εκτείνεται το πιο αναγνωρίσιμο μνημείο της Δήλου, οι περίφημοι μαρμάρινοι λέοντες, μοναδικά δείγματα της αρχαϊκής τέχνης της Νάξου.
  • Οι Συνοικίες και ο Κύνθος: Στη Συνοικία του Θεάτρου αποκαλύφθηκαν πολυτελείς κατοικίες με εντυπωσιακά μωσαϊκά (οίκος του Διονύσου, των Δελφινιών κ.ά.). Στα νότια συναντάμε τη Συνοικία του Ινωπού ποταμού και την Ταράτσα των Ξένων Θεών με το Ηραίο. Μια αρχαία λαξευτή σκάλα οδηγεί στην κορυφή του Κύνθου, περνώντας από το Άντρο (ιερό των ελληνιστικών χρόνων), για να καταλήξει στο Κύνθιο, το αρχαιότερο και ιερότερο σημείο ολόκληρης της Δήλου.